Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

Γκαζόζα από τον τόπο τους

«Με τα τελευταία,φετινά χιόνια αποκλειστήκαµε για δύο µέρες. Τα φορτηγά µας ήταν αδύνατον να βγουν έξω στους δρόµους για τις διανοµές των προϊόντων µας. Παρά τις δυσκολίες, ωστόσο, κάτω δεν το βάζουµε, γιατί είµαστε από τους… κουζουλούς! Εξι - εφτά οικογένειες αποµείναµε όλες κι όλες στην Κρήτη να ασχολούµαστε ακόµα µε την παραγωγή αναψυκτικών…».

Σε υψόµετρο 850, στο χωριό Τεµένια, 63 χιλιόµετρα από τα Χανιά, ξέρουν να αξιοποιούν το νερό των ιαµατικών πηγών της περιοχής τους.

Από το 1954 στον χώρο της παραγωγής και εµπορίας µιας ολόκληρης σειράς αναψυκτικών, η οικογένεια Γαροφαλάκη είναι µια από τις µετρηµένες βιοτεχνίες ανά τη χώρα που επιµένουν να βγάζουν στα ράφια και στους χώρους εστίασης τα δικά τους αναψυκτικά.

«Ο πατέρας µας Γιώργος ήταν ο ιδρυτής της εταιρείας µας. Από το 1986 πια το ιδιόκτητο εργοστάσιό µας διευθύνουµε τα τρία παιδιά του, ο Τάσος, ο Στέλιος και εγώ. Με προσωπική εργασία µας κι άλλα είκοσι άτοµα ως προσωπικό, καταφέρνουµε και παράγουµε ετησίως 500.000 κιβώτια των 24 φιαλών (250 ml). Αεριούχα ποτά όπως λεµονάδες, πορτοκαλάδες, µανταρινάδες, γκαζόζες και σόδες, φρουτοποτά από βύσσινο και φραγκοστάφυλο, αλλά και τσάι κι ανθρακούχο νερό, όλα µε την επωνυµία Τεµένια, φτάνουν σχεδόν σ’ όλη την Ελλάδα µέσω αλυσίδων σούπερ µάρκετ και χονδρεµπόρων. Κατά καιρούς, µάλιστα, κάνουµε και εξαγωγές σε Κύπρο, Γερµανία, Φινλανδία και Καναδά…», λέει στα «ΝΕΑ» ο υπεύθυνος µάρκετινγκ και πωλήσεων Γιάννης Γαροφαλάκης.

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΥΣ «ΓΟΛΙΑΘ»
– τις µεγάλες εταιρείες του κλάδου τους – οι µικροί των αναψυκτικών είναι υποχρεωµένοι, όπως λέει, να βασιστούν στα δικά τους συγκριτικά πλεονεκτήµατα. «∆ιαθέτουµε και την ανώτατη πιστοποίηση για τα κα θαρά προϊόντα µας, οι πρώτες ύλες µας προέρχονται κυρίως από το νησί µας. Αφετέρου, ποντάρουµε και στη διαφορετικότητά µας: κατοχυρώσαµε, για παράδειγµα, το µπιράλ – είδος αναψυκτικού µε αγνά τοπικά αιθέρια έλαια από φρούτα, µε βάση παραδοσιακή συνταγή µας, που κρατά περισσότερο από πενήντα χρόνια. Και την γκαζόζα µας, πάλι, εδώ στην Κρήτη τη φτιάχνουµε τελείως αλλιώτικη…», υποστηρίζει και µιλά για δουλειά όχι απλώς απαιτητική, αλλά από τις σκληρότερες, απέναντι σε ισχυρό ανταγωνισµό. «Πάνω απ’ όλα θέλει µεράκι, να το παλεύεις. Εµείς έχουµε στα συν µας και την παράδοση και εµπειρία τόσων ετών, ήδη από µια εποχή παλαιότερη, πιο εύκολη από τη σηµερινή της κρίσης. Αυτό που κάνουµε είναι να προσαρµοζόµαστε διαρκώς στα νέα δεδοµένα και να συνεχίζουµε τον αγώνα µας…», τονίζει. 

Με συνταγή από το Αϊβαλί 
«Αν δεν δοκιµάσεις, ποτέ δεν θα µάθεις τι διαφορετικό έχει η αυθεντική γκαζόζα µας! Κι αν δοκιµάσεις... κόλλησες!», λέει ο 45χρονος τεχνολόγος τροφίµων Κωστής Τενεδιός (δεξιά στη φωτογραφία), που διατηρεί την οµώνυµη βιοτεχνία εµφιάλωσης αναψυκτικών στον Κοπανό Ηµαθίας. «Η αφετηρία του εγχειρήµατος πιστώνεται στον παππού µου, τον µπαρµπα - Κώστα, από το 1924. Στο Αϊβαλί, απ’ όπου και καταγόταν, είχε µάθει καλά την τέχνη της τζιτζιµπίρας. Στην πόλη της Νάουσας, όπου βρέθηκε µετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ξεκίνησε και την πρώτη παραγωγή γκαζόζας απ’ τα πλούσια τοπικά νερά. Εφερε µαζί του απ’ τη Μικρά Ασία και την παραδοσιακή συνταγή της: ένα µείγµα αρωµατικών που µε ειδική διεργασία στο εργοστάσιό µας την κάνουν πιο καθαρή στο ποτήρι, µε έντονη τη γεύση φρούτων…», περιγράφει.

Την περίοδο 1980 - 1997 την επιχείρηση αναλαµβάνουν ξαδέρφια και θείοι του, σταδιακά και ο ίδιος. «Σήµερα πια τη λειτουργώ ατοµικά µε λίγους υπαλλήλους. Η διαδικασία παραγωγής είναι αυτόµατη. Σε πέντε µέρες βγάζουµε τα αναψυκτικά που διαθέτουµε σ’ ένα δίµηνο. Σ’ ένα οκτάωρο εµφιαλώνουµε µέχρι και 20.000

πλαστικές φιάλες. Συνολικά, φεύγουν ένα µε ενάµισι εκατοµµύριο πλαστικά µπουκάλια (pet των 330 ml) ετησίως…», αναφέρει. Ο κ. Τενεδιός δραστηριοποιείται και σε Πιερία, Καβάλα, Θάσο, Χαλκιδική.

Η γκάµα των αναψυκτικών του – πορτοκαλάδα, λεµονάδα, βυσσινάδα, κόλα, ανθρακούχο νερό - σόδα, τόνικ και άλλες γεύσεις – καταλήγουν και στην Κέρκυρα. «Μέσω χονδρεµπόρων, κινούµαστε σε περιοχές µε τουρισµό», σηµειώνει.


Το στοίχηµα µε τα αναψυκτικά 
 Με σπουδές χηµικού µηχανικού, ο 33χρονος ∆ηµήτρης Βυζιώτης (αριστερά στη φωτογραφία) βάλθηκε να κερδίσει το στοίχηµα µε τα αναψυκτικά, στην πρώτη επιχειρηµατική απόπειρά του, στην Ηράκλεια Σερρών. «Στο Πολυτεχνείο ακολούθησα την κατεύθυνση των Τροφίµων και Ποτών. Και στην πράξη, από το 2005 επέλεξα τον κλάδο αυτό, καθώς µιλάµε για αντικείµενα καθηµερινής κατανάλωσης κι αυτό ήταν ένα επιπλέον κίνητρο ώστε να ασχοληθώ. Το ξεκίνηµά µου, βέβαια, ήταν οµολογουµένως ένα ρίσκο, την ώρα που η αγορά κατακλύζεται από αεριούχα ποτά εταιρειών - κολοσσών. Αλλά, δόξα τω Θεώ, αν πιστεύεις αυτό που κάνεις, µε πολλή και συστηµατική δουλειά και µεράκι, θα τα πας καλά, εφόσον και το προϊόν σου είναι ποιοτικό. Εκεί ακριβώς βασίζοµαι κι εγώ, σε συνδυασµό και µε τις φθηνότερες, συγκριτικά µε τις άλλες ελληνικές, τιµές µου…», εξηγεί.

Με τη βοήθεια του πατέρα του, στις εγκαταστάσεις του εµφιαλώνει ως και 2.500 γυάλινες φιάλες ανά ώρα, συνολικά 500.000 ετησίως, που διαθέτει µε το σήµα «∆ρόση». «Πορτοκαλάδα, λεµονάδα, γκαζόζα µε τοπική συνταγή, βυσσινάδα, σόδα και espero light – από ροδάκινο, βερίκοκο και πορτοκάλι µε µειωµένες θερµίδες – παρασκευάζονται όλα από ελληνικούς χυµούς φρούτων κι εµφιαλώνονται σε γυάλινες συσκευασίες, ώστε να διατηρούν αναλλοίωτη τη γεύση τους. Για την ώρα, διακινούνται µόνο στα όρια του νοµού, σε χοντρική και λιανική -αν χρειαστεί, πηγαίνω και εγώ ο ίδιος για διανοµές. Αλλά τα µηνύµατα που λαµβάνουµε για την περαιτέρω ανάπτυξη του δικτύου πωλήσεών µας είναι άκρως ενθαρρυντικά», ξεκαθαρίζει.


Δροσιστικό ρόφηµα µε γεύση µαστίχας 
Ανθρακούχο αναψυκτικό µε γνήσια φυσική µαστίχα, ονόµατι Mast, λανσάρουν οι Γιάννης Μπενέτος και Γιώργος Γαλάτουλας µέσω της οµόρρυθµης εταιρείας τους Anemos, µε έδρα το Κοντάρι Χίου. Με το ίδιο βασικό συστατικό, συνεταιρικά δέκα χρόνια τώρα παράγουν ή µεταποιούν ποικιλία χιώτικων προϊόντων, από γλυκίσµατα έως σαπούνια και καλλυντικά. Ενδιάµεσα, το 2006, έβγαλαν για πρώτη φορά παγκοσµίως στο εµπόριο και το «δροσιστικό και ξεδιψαστικό» δηµιούργηµά τους. «Ψαχνόµασταν για κάτι που όχι απλώς θα έχει ως βάση του τη µαστίχα, αλλά θα είναι και πραγµατικά άξιο να βγει στην παραγωγή. Θέλαµε να είναι πρωτότυπο, να αξιοποιεί άριστα τις ευεργετικές ιδιότητες του συστατικού του. Πειραµατιστήκαµε για περισσότερο από έναν χρόνο µέχρι να φέρουµε τη γεύση του αναψυκτικού εκεί όπου τη θέλαµε. Αποδείχθηκε τελικά δύσκολη υπόθεση, µια και ήθελε ειδικές τεχνικές η επιτυχής ενσωµάτωση του φυσικού µαστιχελαίου στο νερό. Το επιθυµητό αποτέλεσµα είναι µια αγνή, χωρίς χηµικά ή συντηρητικά, παραδοσιακή γκαζόζα µε γεύση µαστίχας», λέει ο κ. Γαλάτουλας. Η βιοτεχνία του, µία από τις δύο αντίστοιχες µονάδες του νησιού, µπορεί και κυκλοφορεί ετησίως ώς και 10.000 κιβώτια, µε 240.000 κουτάκια του αναψυκτικού. «Το πρόβληµά µας είναι η προώθηση του εµπορεύµατος, γιατί στα ράφια κυριαρχούν οι γνωστές ετικέτες.

Εστω κι έτσι, είµαστε σε θέση να το διαθέτουµε και εκτός του νησιού µας σε καταστήµατα παραδοσιακών και βιολογικών προϊόντων και σε επιλεγµένα σούπερ µάρκετ ανά τη χώρα, όπου η τιµή του φτάνει από 0,80-1,20 ευρώ (330 ml)», αναφέρει.


«Μας έµαθαν και µας προτιµούν» 
«Κρατάµε ζωντανή την οικογενειακή παράδοσή µας στα αναψυκτικά!», λέει από την πλευρά του ο Γιάννης Μιχαηλίδης, πρόεδρος και διευθύνων σύµβουλος της επιχείρησης «Εσπέρια», που λειτουργεί στην Ανθεια του Εβρου, µε 22 υπαλλήλους ως προσωπικό. Παράγει ετησίως ένα εκατοµµύριο φιάλες του 1,5 λίτρου και ισάριθµες των 250 ml, που διαθέτει σε όλη τη Θράκη, µε δικό της δίκτυο και αντιπροσώπους. «Την ξεκίνησε ο πόντιος στην καταγωγή πατέρας µου, που αµέσως µετά τον πόλεµο, στα τέλη της δεκαετίας του ‘40, έστησε το µικρό εργαστήριο παραγωγής γκαζόζας στην Αλεξανδρούπολη. Το 1965, το ανέλαβα εγώ. ∆εκαπέντε χρόνια µετά, επεκτείναµε τις εγκαταστάσεις µας, µεταφερθήκαµε έντεκα χιλιόµετρα εκτός πόλεως, σε έναν χώρο 1.700 τετραγωνικών, µε σύγχρονα µηχανήµατα. Εκτοτε επενδύουµε συνεχώς σε εξοπλισµό. ∆εν σταµατάµε, έστω κι αν έχουµε χτυπηθεί από τους µεγάλους του κλάδου. Ηταν 1.200 τα εργοστάσια αναψυκτικών στην Ελλάδα το 1965, κυρίως οικογενειακά. Σήµερα είµαστε µετρηµένοι στα δάχτυλα. Στην περιοχή µας, µόνον άλλη µία µικρή µονάδα λειτουργεί, στην Ορεστιάδα…», επισηµαίνει. Οπως και να ‘χει, κάτοικοι και επισκέπτες της περιοχής ξέρουν πλέον και προτιµούν τις πορτοκαλάδες, λεµονάδες, βυσσινάδες, κόλες, γκαζόζες και σόδες µε τη θρακιώτικη φίρµα, υποστηρίζει. «Αυτό θέλουµε και εµείς από τους καταναλωτές: να διαλέγουν συνειδητά τα ντόπια προϊόντα. Τα δικά µας είναι και πιο φρέσκα στο ποτήρι, γιατί δεν χάνουν τη φρεσκάδα τους κατά τη µεταφορά. Εδώ βγαίνουν, εδώ καταναλώνονται, κι αυτό είναι το ατού µας…», συµπληρώνει. 

http://www.tanea.gr