Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

Δεν είμαστε και «σε όλα τελευταίοι»

Πολλοί υποστηρίζουν πώς η ελληνική οικονομία,πλεόν είναι ικανή να παράγει,μόνο ελλείμματα και χρέη. Ωστόσο υπάρχει αντίλογος στην άποψη ότι «η Ελλάδα είναι μια χώρα που δεν παράγει τίποτα», ειδικά αυτήν την περίοδο «ύφεσης» της εθνικής οικονομίας.
Η φύση έχει «προικίσει» το υπέδαφος της Ελλάδας με σημαντικό ορυκτό πλούτο, ο οποίος συνίσταται σε μεγάλο πλήθος ορυκτών και μεταλλευμάτων, με βιομηχανικό ενδιαφέρον και ποικιλία εφαρμογών.
Μπορεί η Ελλάδα να μη διαθέτει μέταλλα που απευθύνονται σε εφαρμογές υψηλής τεχνολογίας, όπως το τιτάνιο, ο λευκόχρυσος, το λίθιο, το ρήνιο, το ταντάλιο και οι σπάνιες γαίες (νεοδύμιο, δυσπρόσιο), εντούτοις έχει επάρκεια σε αδρανή δομικά υλικά και παράλληλα είναι σημαντική παραγωγός βασικών μετάλλων αλλά και βιομηχανικών ορυκτών.
Σύμφωνα με την εγκυκλοπαίδεια Gale (με στοιχεία του 2008), η Ελλάδα αποτελεί μια από τις πλουσιότερες περιφέρειες της Ευρώπης και τη μεγαλύτερη παραγωγό χώρα στην Ευρωπαϊκή Ενωση βωξίτη, μαγνησίου, νικελίου, ψευδαργύρου και χρωμίτη, ενώ κατατάσσεται δεύτερη, μετά τις Ηνωμένες Πολιτείες, στην παραγωγή σμηκτικών αργίλων.
Το ελληνικό μάρμαρο, δε, κατέχει εξέχουσα θέση στην παγκόσμια αγορά λόγω της μεγάλης ποικιλίας των πετρωμάτων που απαντώνται στην ελληνική επικράτεια.
Η Ελλάδα, σε παγκόσμια κλίμακα, είναι η μοναδική χώρα παραγωγής χουντίτη, πρώτη χώρα παραγωγής περλίτη και δεύτερη χώρα παραγωγής κίσσηρης (ελαφρόπετρας) και μπεντονίτη.
Και γεωργικές πρωτιές
* Παράλληλα, η Ελλάδα, σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Τροφίμων, κατατάσσεται στη δεύτερη θέση παγκοσμίως αναφορικά με την παραγωγή πρόβειου γάλακτος και στην τρίτη θέση αναφορικά με την παραγωγή ελιών, παρά το γεγονός ότι οι εξαγωγές ελληνικών προϊόντων καταγράφουν πτωτικές τάσεις.
Επίσης, είναι η τρίτη παραγωγός κρόκου σε ολόκληρο τον κόσμο.
«Ο ελληνικός εξορυκτικός-μεταλλουργικός κλάδος αποτελεί σημαντικό τομέα οικονομικής δραστηριότητας της χώρας, που τροφοδοτεί με τα απαραίτητα υλικά-πρώτες ύλες μια σειρά από σημαντικούς κλάδους, όπως η παραγωγή ενέργειας, η τσιμεντοβιομηχανία, οι κατασκευές και η βιομηχανία αλουμινίου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό», σύμφωνα με παλαιότερη δήλωση στην «Ε» του προέδρου του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων, Σωκράτη Μπαλτζή.
Ο γενικός διευθυντής του ΙΓΜΕ, Κων. Παπαβασιλείου, σημειώνει από την πλευρά του ότι «ο ορυκτός πλούτος της Βόρειας Ελλάδας είναι σημαντικός για την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της εξορυκτικής βιομηχανίας της χώρας. Δυστυχώς όμως το ποσοστό αξιοποίησής του, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τα μεταλλικά ορυκτά, είναι πολύ χαμηλό».
Η ελληνική μεταλλευτική, μεταλλουργική και εξορυκτική βιομηχανία, ωστόσο, με την παγκόσμια οικονομία να εμφανίζεται ευμετάβλητη όσο ποτέ άλλοτε, διατηρεί τη θέση της στην παγκόσμια αγορά.
Σύμφωνα με στοιχεία του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων, περίπου το 70% των πωλήσεων του κλάδου προέρχεται από εξαγωγές, με βασικά προϊόντα όπως ο μπεντονίτης, ο περλίτης, η καυστική και δίπυρος μαγνησία, η αλουμίνα, το αλουμίνιο, ο βωξίτης, το νικέλιο, η κίσσηρις και τα μάρμαρα να κρατούν ηγετικές θέσεις στη διεθνή αγορά.
3% έως 5% του ΑΕΠ
Ο ελληνικός εξορυκτικός κλάδος αποτελεί σημαντικό τομέα της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας (συμμετοχή 3-5% στο ΑΕΠ, αν συμπεριληφθεί και ο συσχετιζόμενος μεταποιητικός τομέας, ο οποίος τροφοδοτεί με τη βασική υποδομή σε πρώτες ύλες μια σειρά άλλων επίσης σημαντικών κλάδων, όπως η παραγωγή ενέργειας, η τσιμεντοβιομηχανία, η οικοδομική/κατασκευαστική βιομηχανία, η βιομηχανία μη σιδηρούχων μετάλλων (αλουμινίου, νικελίου) και η βιομηχανία ανοξείδωτου χάλυβα. 

enet.gr